“Καμπανάκι” από το ΤΕΕ/ΤΚΜ για τα 17 ενεργά ρήγματα της Θεσσαλονίκης

“Καμπανάκι” από το ΤΕΕ/ΤΚΜ για τα 17 ενεργά ρήγματα της Θεσσαλονίκης

345
SHARE

Συνολικά 17 ενεργά ρήγματα, που θεωρητικά μπορούν να «δώσουν» ισχυρές σεισμικές δονήσεις σε χρονικό βάθος εκατονταετιών, εντοπίζονται στην ευρύτερη περιοχή εντός και πέριξ του πολεοδομικού συγκροτήματος Θεσσαλονίκης (τα περισσότερα υπάγονται στο βασικό ρήγμα Ανθεμούντα και στο βασικό ρήγμα Πυλαίας-Πανοράματος). Τα σημαντικότερα εξ αυτών, όπως τονίστηκε στην ημερίδα που πραγματοποιήθηκε στο αμφιθέατρο του ΤΕΕ/Τμήμα Κεντρικής Μακεδονίας με θέμα «Γεωλογία – ενεργά ρήγματα και επιπτώσεις στα σημαντικά τεχνικά έργα της Θεσσαλονίκης», πρέπει να μελετηθούν σε βάθος, ώστε να εξαχθούν συμπεράσματα για το μέγεθος σεισμού που μπορούν να δώσουν, τη μέγιστη μετατόπιση και την περίοδο ενεργοποίησης.

Βασικό συμπέρασμα της ημερίδας ήταν εξάλλου η ανάγκη εκτεταμένων μελετών, που θα συνδυάζουν τη γεωλογική έρευνα και τη σεισμική μηχανική, στα ρήγματα που διέρχονται αστικά περιβάλλοντα σε συνάρτηση με την κατασκευή τεχνικών έργων και οικιστικών ζωνών, αλλά και σε εδάφη «ευάλωτα» σε συγκεκριμένες σεισμικές δυνάμεις.

Ειδικότερα όσον αφορά τη Θεσσαλονίκη, υπογραμμίστηκε ότι:

  • Το ρήγμα Πυλαίας-Πανοράματος είναι το σημαντικότερο που διέρχεται το πολεοδομικό συγκρότημα (από τα πραναφερόμενα 17) και χωρίζεται σε τέσσερα τμήματα, το καθένα εκ των οποίων έχει μήκος περίπου τριών (3) χιλιομέτρων.
  • Η σημαντικότερη επίπτωση σε σύγχρονο τεχνικό έργο, ήταν η μετατόπιση του σταθμού «Βούλγαρη», σε σύγκριση με τον αρχικό σχεδιασμό, ώστε να μην τέμνεται από το ρήγμα Πυλαίας-Πανοράματος
  • Γεωτεχνικά προβλήματα που μπορεί να παρουσιαστούν στη Θεσσαλονίκη σε περίπτωση ισχυρού σεισμού και ανάλογα με το έδαφος θεμελίωσης είναι: α) Η πιθανή «ρευστοποίηση» σε περιοχές με ιλύ και λεπτόκοκκη άμμο, αλλά και σε παράκτιες περιοχές με μαύρη άργιλο. β) Καθιζήσεις σε κτίρια που εδράζονται σε χαλαρό ή και ετερογενές υπόβαθρο όπως είναι οι ανθρωπογενείς επιχώσεις (αρχαιολογικό στρώμα) κυρίως στο κέντρο της πόλης.
  • Η Θεσσαλονίκη θεωρείται «μερικώς επιδεκτική σε φαινόμενα «ρευστοποίησης» με ιδιαίτερη έμφαση σε λιμενικές εγκαταστάσεις και σε τμήμα του παράκτιου μετώπου στην περιοχή αεροδρομίου. Απαραίτητη χαρακτηρίζεται η λεπτομερής μελέτη στο δυτικό τμήμα, στη βιομηχανική ζώνη και στην ευρύτερη περιοχή του Καλοχωρίου με εκτίμηση του δυναμικού ρευστοποίησης εδαφικών σχηματισμών στη λεκάνη Αξιού.
  • Για την περαιτέρω μελέτη της γεωλογίας του αστικού περιβάλλοντος προτάθηκε η οργάνωση βάσης δεδομένων των υπόγειων εργασιών που γίνονται στην πόλη (από εκσκαφές έως ερευνητικές γεωτρήσεις και υδρογεωτρήσεις). Αυτή θα περιλαμβάνει καταγραφή, συλλογή και ομαδοποίηση στοιχείων όπως τομές γεωτρήσεων και εργαστηριακά αποτελέσματα εδαφικών δειγμάτων, για σαφή και λεπτομερή εικόνα του υποβάθρου θεμελίωσης των κατασκευών. Τέτοιες βάσεις δεδομένων λειτουργούν σε Αγγλία, Τσεχία, Γερμανία, ΗΠΑ κ.α.
  • Τα σημαντικότερα ενεργά ρήγματα της Θεσσαλονίκης πρέπει να μελετηθούν σε βάθος, ώστε να εξαχθούν συμπεράσματα για το μέγεθος σεισμού που μπορούν να δώσουν, τη μέγιστη μετατόπιση και την περίοδο ενεργοποίησης. Ακολούθως θα μπορούσαν να οριοθετηθούν ζώνες ειδικής δόμησης ή μη δόμησης σε κάποιες περιπτώσεις, εκατέρωθεν των ρηγμάτων.

LEAVE A REPLY