Eurobank: Η ενίσχυση της παραγωγικότητας της εργασίας συνδέεται με τη συνέχιση των...

Eurobank: Η ενίσχυση της παραγωγικότητας της εργασίας συνδέεται με τη συνέχιση των μεταρρυθμίσεων και την αύξηση των επενδύσεων

231
SHARE

Η παραγωγικότητα της εργασίας βρίσκεται στο επίκεντρο της εβδομαδιαίας ανάλυσης της Eurobank για την πορεία της ελληνικής οικονομίας.

«Σύμφωνα με τα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Στατιστικής Υπηρεσίας (Eurostat), το πραγματικό προϊόν ανά ώρα εργασίας στην Ελλάδα κατέγραψε ετήσια αύξηση 0,9% το 1ο τρίμηνο 2018 από πτώση -1,2% το προηγούμενο τρίμηνο. Το αντίστοιχο μέγεθος σε όρους πραγματικού προϊόντος ανά απασχολούμενο ήταν 0,7% από -0,8% το 4ο τρίμηνο 2017. Η μικρή απόκλιση ανάμεσα στα δύο προαναφερθέντα μεγέθη σημαίνει ότι οι ώρες εργασίας ανά απασχολούμενο σημείωσαν οριακή ετήσια μείωση -0,2% το 1ο τρίμηνο 2018 έναντι αύξησης 0,4% το προηγούμενο τρίμηνο. Βάσει των παραπάνω στοιχείων εξάγεται το συμπέρασμα ότι η αύξηση του πραγματικού Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος (ΑΕΠ) στην Ελλάδα το 1ο τρίμηνο 2018 προήλθε κυρίως από την άνοδο της απασχόλησης – είτε αυτή μετριέται σε ώρες εργασίας είτε σε όρους απασχολούμενων ατόμων – αλλά και από την ενίσχυση της παραγωγικότητας της εργασίας«, σημειώνουν οι αναλυτές της Eurobank.

Και προσθέτουν: «Όπως έχουμε αναφέρει σε παλαιότερο τεύχος του δελτίου 7ημέρες ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ, η συνιστώσα της απασχόλησης στην Ελλάδα, λόγω του τρέχοντος πολύ υψηλού ποσοστού ανεργίας – 20,1% τον Μάρτιο 2018 σύμφωνα με τη μηνιαία έρευνα εργατικού δυναμικού της ΕΛΣΤΑΤ – δύναται να αποτελέσει βασικό μοχλό αύξησης του πραγματικού ΑΕΠ στο άμεσο μέλλον. Ωστόσο, καθώς η δεξαμενή των ανέργων θα αρχίζει να αδειάζει (ως ποσοστό του εργατικού δυναμικού) και η αντίστοιχη των απασχολούμενων θα αρχίζει να γεμίζει, ο ρυθμός μεταβολής της απασχόλησης θα συγκλίνει προς τον αντίστοιχο του εργατικού δυναμικού. Ο τελευταίος, για ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, δύναται να υπερβαίνει τον αντίστοιχο του πληθυσμού για δύο λόγους: 1ον διότι στα χρόνια της κρίσης το εργατικό δυναμικό ως ποσοστό του πληθυσμού (participation rate) συρρικνώθηκε και 2ον διότι το συγκεκριμένο μέγεθος στην Ελλάδα παραμένει χαμηλότερο σε σύγκριση με τον αντίστοιχο μέσο της Ευρωζώνης. Βέβαια μακροπρόθεσμα ο ρυθμός μεταβολής του εργατικού δυναμικού θα συγκλίνει προς τον αντίστοιχο του πληθυσμού».

Όπως επίσης σημειώνεται στην ανάλυση, «λαμβάνοντας υπ’ όψιν τα προαναφερθέντα στοιχεία και τις ομολογουμένως δυσοίωνες προβλέψεις για την πορεία του πληθυσμού της Ελλάδος στο μέλλον, καταλήγουμε στο παρακάτω συμπέρασμα: καθώς θα εξαντλούνται τα οφέλη από την κυκλική ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας, η σκυτάλη της ανάπτυξης θα περάσει αποκλειστικά στα χέρια της παραγωγικότητας της εργασίας. Η τελευταία, μακροπρόθεσμα, θα πρέπει να είναι αρκετά ισχυρή (σε όρους ετήσιας μεταβολής) έτσι ώστε να υπεραντισταθμίσει την αρνητική επίδραση στο πραγματικό ΑΕΠ από τη γήρανση του πληθυσμού. Η ενίσχυση της παραγωγικότητας της εργασίας αποτελεί τη σημαντικότερη μακροπρόθεσμη πρόκληση που αντιμετωπίζει σήμερα η ελληνική οικονομία».

Σύμφωνα με την ανάλυση, «ναι μεν η παραγωγικότητα της εργασίας στην Ελλάδα κινήθηκε ανοδικά σε ετήσια βάση το 1ο τρίμηνο 2018, ωστόσο η γενική τάση που ακολουθεί τα τρία τελευταία χρόνια είναι οριακά αρνητική. Επί παραδείγματι, από το 1ο τρίμηνο 2015 μέχρι το 1ο τρίμηνο 2018 η μέση ετήσια μεταβολή του πραγματικού προϊόντος ανά ώρα εργασίας ήταν -0,6% (-0,7% ανά απασχολούμενο)».

Επίσης, παρατίθεται η συνεισφορά των βασικών προσδιοριστικών παραγόντων της παραγωγικότητας της εργασίας στην Ελλάδα από το 2008 μέχρι το 2016 (τελευταία διαθέσιμη παρατήρηση). Τα εν λόγω στοιχεία προέρχονται από τη βάση δεδομένων The Conference Board Total Economy Database. «Σύμφωνα με τη συγκεκριμένη μεθοδολογία, το πραγματικό προϊόν ανά ώρα εργασίας αποτελεί θετική συνάρτηση τριών μεταβλητών: της συνολικής παραγωγικότητας των συντελεστών της παραγωγής (βαθμός αποτελεσματικότητας στη χρήση των παραγωγικών συντελεστών), του πραγματικού φυσικού κεφαλαίου ανά ώρα εργασίας και ενός δείκτη ποιότητας των ωρών εργασίας.

Αν και οι συγκεκριμένοι υπολογισμοί είναι ευαίσθητοι στον τρόπο μέτρησης των επί μέρους μεταβλητών (π.χ. συνεισφορά φυσικού κεφαλαίου και δείκτης ποιότητας των ωρών εργασίας), το κεντρικό συμπέρασμα που εξάγεται για τη μακροοικονομική επίδοση της ελληνικής οικονομίας σε όρους παραγωγικότητας της εργασίας είναι η αδυναμία της να συνδυάσει με αποτελεσματικό τρόπο τους συντελεστές της παραγωγής, ήτοι κεφάλαιο και εργασία. Επιπρόσθετα, η αρνητική επίδραση από τη μεγάλη πτώση των επενδύσεων (2008-2015, μέση ετήσια μεταβολή των επενδύσεων παγίων -12,2%) έκανε την εμφάνισή της τα δύο τελευταία χρόνια και αυτό αναμένεται να συνεχιστεί στο άμεσο μέλλον. Τέλος, το κόστος ευκαιρίας για την οικονομία από τη φυγή των νέων στο εξωτερικό (εκροή ανθρώπινου κεφαλαίου) είναι εξίσου σημαντικό.

Οι ερμηνευτικοί παράγοντες των παραπάνω μεταβολών ξεφεύγουν του πλαισίου ανάλυσης του παρόντος δελτίου. Ωστόσο, ο εντοπισμός του προβλήματος αποτελεί ένα πρώτο βήμα για την εφαρμογή πολιτικών που θα ενισχύσουν την παραγωγικότητα της εργασίας οπότε και το δυνητικό ρυθμό μεγέθυνσης στο μέλλον. Αυτές συνδέονται με τη συνέχιση των μεταρρυθμίσεων και την αύξηση των επενδύσεων.

Συνεχίστηκε η βελτίωση των επιχειρησιακών συνθηκών στον τομέα της μεταποίησης στην Ελλάδα το 2ο τρίμηνο 2018 (στοιχεία δείκτη PMI). Ωστόσο ο ρυθμός βελτίωσης παρουσίασε επιβράδυνση σε σύγκριση με το προηγούμενο τρίμηνο.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της IHS Markit, ο δείκτης υπευθύνων προμηθειών PMI για τον τομέα της μεταποίησης στην Ελλάδα παρέμεινε τον Ιούνιο 2018 σε επίπεδα άνω του ορίου των 50 μονάδων δείκτη (ΜΔ) για 13ο συνεχή μήνα. Δηλαδή, σύμφωνα με την εν λόγω έρευνα, από τον Ιούνιο 2017 μέχρι σήμερα, οι επιχειρησιακές συνθήκες στον τομέα της μεταποίησης στην Ελλάδα παρουσιάζουν συνεχή βελτίωση, ωστόσο με διακυμάνσεις. Επί παραδείγματι η μέση τιμή του δείκτη PMI μειώθηκε στις 53,5 ΜΔ το 2ο τρίμηνο 2018 από 55,4 το 1ο τρίμηνο 2018 (βλέπε Σχήμα 3). Ωστόσο, σε σύγκριση με το αντίστοιχο τρίμηνο του προηγούμενου έτους καταγράφηκε αύξηση της τάξης των 4,1 ΜΔ.
Σε ότι αφορά την παρατήρηση του Ιουνίου 2018 τα στοιχεία είχαν ως εξής: η τιμή του δείκτη PMI διαμορφώθηκε στις 53,5 ΜΔ από 54,2 και 50,5 ΜΔ τον Μάιο 2018 και τον Ιούνιο 2017 αντίστοιχα. Σύμφωνα με το σχετικό δελτίο τύπου της IHS Markit σημειώθηκε ενίσχυση της παραγωγής λόγω αύξησης των νέων παραγγελιών. Η άνοδος των τελευταίων προήλθε τόσο από τις αγορές του εσωτερικού όσο και από αυτές του εξωτερικού. Επιπρόσθετα, οι κατασκευαστές του μεταποιητικού τομέα προέβησαν σε αύξηση της απασχόλησης και των αγορών εισροών με σκοπό να ενισχύσουν την παραγωγική τους ικανότητα και να ανταποκριθούν στην αυξημένη ζήτηση. Σε ότι αφορά τις προσδοκίες τους για τη μελλοντική πορεία των εργασιών τους, εμφανίστηκαν αισιόδοξοι λόγω της αναμενόμενης ενίσχυσης των νέων παραγγελιών. Τέλος, το μοναδικό στοιχείο από την έρευνα του Μαΐου 2018 που χρήζει σχετικής προσοχής για τις ελληνικές επιχειρήσεις του μεταποιητικού τομέα είναι η καταγραφείσα αύξηση του κόστους εισροών (αρνητική διαταραχή στην προσφορά)».

Ο δείκτης όγκου στο λιανικό εμπόριο ενισχύθηκε σε ετήσια και μηνιαία βάση τον Απρίλιο 2018
Επίαης, όπως αναφέρεται στην ανάλυση, «σύμφωνα με τα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛΣΤΑΤ), ο δείκτης όγκου στο λιανικό εμπόριο παρουσίασε μικρή σχετικά ενίσχυση τον Απρίλιο 2018. Πιο συγκεκριμένα η ετήσια ποσοστιαία μεταβολή (YoY%) του εν λόγω δείκτη διαμορφώθηκε στο 1,1% από 1,7% τον προηγούμενο μήνα. Η αντίστοιχη μηνιαία (MoM%) ανήλθε στο 0,7% απo -0,8% τον Μάρτιο 2018. Όπως παρουσιάζεται στο Σχήμα 3, ο δείκτης όγκου στο λιανικό εμπόριο παρουσιάζει ισχυρή θετική συσχέτιση με την πραγματική ιδιωτική κατανάλωση. Ωστόσο από την παρατήρηση του Απριλίου 2018 και μόνο δεν δύναται να εξαχθεί ένα ασφαλές συμπέρασμα για την πορεία της ιδιωτικής κατανάλωσης το 2ο τρίμηνο 2018. Για την ίδια χρονική περίοδο, η εικόνα που παρουσίασε ο δείκτης καταναλωτικής εμπιστοσύνης (μέτρο των προσδοκιών που σχηματίζουν τα νοικοκυριά για την πορεία της χρηματοοικονομικής τους κατάστασης) ήταν σχετικά μικτή.

Από τις 8 βασικές κατηγορίες καταστημάτων που απαρτίζουν τον γενικό δείκτη όγκου στο λιανικό εμπόριο, στις 6 σημειώθηκε ετήσια αύξηση και στις εναπομείνασες 2 μείωση τον Απρίλιο 2018 (βλέπε Σχήμα 4). Τα στοιχεία είχαν ως εξής (στις παρενθέσεις παρουσιάζουμε τις αντίστοιχες μηνιαίες μεταβολές): μεγάλα καταστήματα τροφίμων 4,0 YoY% (1,5 ΜοΜ%), πολυκαταστήματα 1,1 YoY% (-4,7 ΜοΜ%), καύσιμα και λιπαντικά αυτοκινήτων 0,3 YoY%, (3,7 ΜοΜ%), τρόφιμα ποτά και καπνός -9,1 YoY% (1,1 ΜοΜ%), φαρμακευτικά και καλλυντικά 3,1 YoY% (1,0 ΜοΜ%), ένδυση και υπόδηση 1,3 YoY% (-2,7 MoM%), έπιπλα, ηλεκτρικά είδη και οικιακός εξοπλισμός 7,2 YoY% (0,5 ΜοΜ%) και βιβλία, χαρτικά και λοιπά είδη -2,3 YoY% (-2,5 ΜοΜ%). Όπως έχουμε αναφέρει σε παλαιότερο τεύχος του δελτίου 7ημέρες ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ, από τις προαναφερθείσες κατηγορίες καταστημάτων λιανικού εμπορίου, εκείνη που παρουσιάζει την υψηλότερη αλλά και διαρκή ανάπτυξη είναι αυτή των επίπλων, ηλεκτρικών ειδών και οικιακού εξοπλισμού, δηλαδή προϊόντων που έχουν τα χαρακτηριστικά κεφαλαιουχικών αγαθών (κατανάλωση των υπηρεσιών τους για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα)».

LEAVE A REPLY