Θεόδωρος Α. Κουτρούκης: Περί των 13ου και 14ου μισθού

Θεόδωρος Α. Κουτρούκης: Περί των 13ου και 14ου μισθού

956
SHARE

ΑΡΘΡΟ του ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΚΟΥΤΡΟΥΚΗ*

Με αφορμή την απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ) για την αποδοχή της συνταγματικότητας της περικοπής των Δώρων Πάσχα και Χριστουγέννων και του επιδόματος καλοκαιρινής άδειας, θα ήθελα να εκφράσω μερικές σκέψεις. Πρώτα από όλα, ασφαλώς η απόφαση του ΣτΕ είναι σεβαστή, όσο σεβαστές ήταν και οι αποφάσεις που ενέκριναν την επιστροφή αναδρομικών σε διάφορες κατηγορίες δημοσίων λειτουργών και κρατικών υπαλλήλων.

Ας διευκρινιστεί ότι παρά το γεγονός πως στην Ελλάδα είχε για χρόνια επικρατήσει η κατανομή των ετήσιων αποδοχών των εργαζομένων στον ιδιωτικό και τον δημόσιο τομέα σε 14 μισθούς, αυτό που έχει σημασία είναι το σύνολο των ετήσιων αμοιβών. Υπό αυτή την έννοια, η πολιτική επιλογή κατάργησης των 13ου και 14ου μισθού (χωρίς το αντίστοιχο ποσό να ενσωματωθεί στους υπόλοιπους 12 μισθούς) συνιστά μια μονομερή κυβερνητική απόφαση να περικόψει το εισόδημα των δημοσίων υπαλλήλων.

Ήταν υψηλοί οι μισθοί των υπαλλήλων του κρατικού τομέα κι έπρεπε να περισκοπούν; Το θέμα αυτό χωρά πολλή συζήτηση. Εξαρτάται κυρίως από το μέτρο σύγκρισης αλλά και την αποτίμηση της παραγωγικότητας στο δημόσιο τομέα. Σε κάθε περίπτωση οι αμοιβές που υπήρχαν μέχρι το 2010 ήταν συμφωνημένες και τις μείωσε μονομερώς η κυβέρνηση με μοναδική αιτιολογία πως έπρεπε να περικόψει δαπάνες. Οι αμοιβές όμως δεν συνιστούν απλώς μια ακόμη δαπάνη του κράτους αλλά αποτελούν προϊόν κοινωνικής διαβούλευσης και κίνητρο παραγωγικότητας. Αυτά δε λήφθηκαν υποψη στην τότε κυβερνητική απόφαση.

Συνέβη το ίδιο και στον ιδιωτικό τομέα; Όχι, ακριβώς. Η αυταρχική κυβερνητική παρέμβαση στον ιδιωτικό τομέα άφησε αλώβητους τους 14 μισθούς. Επίσης δεν επέβαλε άμεσα περικοπές στις αμοιβές των εργαζομένων. Ρύθμισε όμως το ύψος του κατώτατου μισθού και ημερομισθίου, τα οποία μείωσε δια νόμου κατά 22%, και μάλιστα στους νέους εργαζόμενους αυτή η μείωση έφτασε στο 32%. Και μπορεί μεν η μείωση του κατώτατου μισθού να μη προκαλεί αυτόματα μειώσεις των αμοιβών, αλλά η τότε κυβέρνηση φρόντισε να δώσει το δικαίωμα της συμφωνημένης διμερούς τροποποίησης των μισθών με επιχειρησιακές συμβάσεις (κρατώντας τα προσχήματα). Συνόδεψε μάλιστα αυτή την παρέμβαση με μια νομοθετική καινοτομία: παρείχε το δικαίωμα συνομολόγησης Επιχειρησιακής Συλλογικής Σύμβασης όχι μόνο στα εργατικά συνδικάτα, αλλά και σε κάποιες αμφιλεγόμενες «ενώσεις προσώπων», που συστήνονταν κατά τη βούληση «κάποιων εργαζομένων». Η εμπειρία έδειξε ότι την πρώτη χρονιά εφαρμογής αυτής της δυνατότητας οι εργαζόμενοι σε περίπου χίλιες επιχειρήσεις στην Ελλάδα –από το 1982 μέχρι το 2012 δεν είχαν συστηθεί παρά μετρημένες στα δάκτυλα «Ενώσεις Προσώπων» – ξαφνικά στράφηκαν με ζήλο στη σύσταση ανάλογων μορφωμάτων για να υπογράψουν με τους εργοδότες συλλογικές συμφωνίες μείωσης των μισθών τους. Πράγματι η σπουδή των εργαζομένων να συστήσουν θεσμικά σχήματα προκειμένου να μειώσουν τους μισθούς τους ήταν εντυπωσιακή.    

Φυσικά το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι οι ανεκδιήγητες επιλογές του 2012 της τότε πολιτικής ηγεσίας, που με μια Πράξη Υπουργικού Συμβουλίου (που αρχικά δεν εγκρίθηκε οπότε καν από τη Βουλή) αποδιάρθρωσε ολόκληρο το θεσμικό πλαίσιο των συλλογικών διαπραγματεύσεων. Η νομοθετική αυτή παρέμβαση εκτυλίχθηκε χωρίς ίχνος κοινωνικού διαλόγου κατά μίμηση ορισμένων χωρών του Τρίτου Κόσμου, που βαρύνονται για σωρεία παραβάσεων των εργασιακών και κοινωνικών δικαιωμάτων. Με απλά λόγια, η τότε κυβέρνηση παράκαμψε τις αρχές της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας, του ευρωπαϊκού πλαισίου κοινωνικής εταιρικότητας της Ε.Ε., αλλά και τη θεσμική υποχρέωση να παραπέμπει τέτοια νομοσχέδια στην Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή, όπως προβλέπει το Σύνταγμα και η οικεία νομοθεσία.

Τέλος, η αναιμική προσπάθεια να συζητήσει με τους κοινωνικούς εταίρους τις εν λόγω νομοθετικές παρεμβάσεις εισοδηματικής πολιτικής, -παράλληλα με την επίδειξη κυβερνητικού αυταρχισμού-έπληξε τις αξίες  του ευρωπαϊκού νομικού πολιτισμού κι ενίσχυσε στη χώρα μας τα πολιτικά ρεύματα που στρέφονται κατά της παγκοσμιοποίησης και της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.

Τι μπορεί να γίνει από εδώ και πέρα; Η επιστροφή της χώρας στην κανονικότητα και την ανάπτυξη απαιτεί μεταξύ άλλων την έναρξη μια ειλικρινούς και γόνιμης διαδικασίας κοινωνικού διαλόγου. Κύριο αντικείμενο αυτής της συζήτησης θα πρέπει να είναι η συμφωνημένη κατανομή των ωφελημάτων από την όποια αύξηση του ΑΕΠ μεταξύ των παραγωγικών τάξεων, συμπεριλαμβανομένων των μισθωτών του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα της οικονομίας. Αυτό συνέβαινε τα τελευταία 40 χρόνια, αυτό πρέπει να συμβεί και τώρα. 

*Ο κ. Θ. Κουτρούκης είναι Επίκουρος Καθηγητής στο Τμήμα Οικονομικών Επιστημών του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης

LEAVE A REPLY