Γ.Στουρνάρας: Η Ελλάδα δεν θα πετύχει φέτος πρωτογενές πλεόνασμα 3,5%, αλλά 2,9%

Γ.Στουρνάρας: Η Ελλάδα δεν θα πετύχει φέτος πρωτογενές πλεόνασμα 3,5%, αλλά 2,9%

52
SHARE

Η Ελλάδα δεν πρόκειται να πετύχει φέτος το στόχο της για πρωτογενές πλεόνασμα 3,5%, αλλά μόνο 2,9%, εκτίμησε ο διοικητής της Τραπέζης της Ελλάδος, Γιάννης Στουρνάρας, κατά την ομιλία του με θέμα “H αύξηση των παραγωγικών επενδύσεων μοχλός για την ανάπτυξη”, στο πλαίσιο επενδυτικής ημερίδας νωρίτερα σήμερα.

“Για το 2019, η πρόβλεψη της ΤτΕ, με τα μέχρι τώρα διαθέσιμα στοιχεία, είναι πρωτογενές πλεόνασμα 2,9% του ΑΕΠ, έναντι στόχου 3,5% του ΑΕΠ”, ανέφερε επί λέξει.

Κατά τον ίδιο, επίσης, τα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα επιβαρύνουν την ανάπτυξη της οικονομίας και συνέστησε στην Ελλάδα να επαναδιαπραγματευθεί με τους δανειστές τους δημοσιονομικούς στόχους που έχει συμφωνήσει για τα επόμενα έτη, επισημαίνοντας ότι “η μείωση του στόχου για πρωτογενές πλεόνασμα σε πιο ρεαλιστικό επίπεδο σε σχέση με το ισχύον 3,3% του ΑΕΠ έως το 2022, εφόσον συνδυασθεί με περισσότερες μεταρρυθμίσεις και ιδιωτικοποιήσεις, δεν συνεπάγεται υψηλότερο δημόσιο χρέος, αλλά πιθανότατα χαμηλότερο”.

Σύμφωνα πάντοτε με τον κ. Στουρνάρα, οι σημαντικότερες προκλήσεις που αντιμετωπίζει η χώρα είναι ακόλουθες:

Το πολύ υψηλό απόθεμα μη εξυπηρετούμενων δανείων στους ισολογισμούς των τραπεζών μειώνει την ικανότητα του τραπεζικού συστήματος να παρέχει πιστώσεις σε υγιείς επιχειρηματικές πρωτοβουλίες, καθώς οι χρηματοδοτικοί πόροι παραμένουν παγιδευμένοι σε μη βιώσιμες επιχειρήσεις, με αποτέλεσμα να καθυστερεί η ανάκαμψη των επενδύσεων και της οικονομικής δραστηριότητας.

Το πολύ υψηλό δημόσιο χρέος (του οποίου η βιωσιμότητα όμως βελτιώθηκε σημαντικά μεσοπρόθεσμα με τα μέτρα που ενέκρινε το Eurogroup τον Ιούνιο του 2018) δημιουργεί αβεβαιότητα για την ικανότητα της χώρας να το εξυπηρετήσει σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα, με αποτέλεσμα να αυξάνει το κόστος δανεισμού του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα και να περιορίζει την αναπτυξιακή δυναμική.

Η διατήρηση μεγάλων πρωτογενών πλεονασμάτων σε μια παρατεταμένη περίοδο (π.χ. 3,5% του ΑΕΠ έως το 2022) έχει αρνητικό αντίκτυπο στην αύξηση του ΑΕΠ. Η περιοριστική επίδραση των μεγάλων πρωτογενών πλεονασμάτων είναι ακόμα πιο έντονη όταν συνοδεύεται από πολύ υψηλή φορολογία (συμπεριλαμβανομένων των υψηλών εισφορών στην κοινωνική ασφάλιση), η οποία αποθαρρύνει την εργασία και τις επενδύσεις και  αυξάνει τον άτυπο τομέα της οικονομίας.

Η αρνητική καθαρή διεθνής επενδυτική θέση της Ελλάδος και το αρνητικό ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών.

Η υψηλή μακροχρόνια ανεργία δημιουργεί ανισότητες, θέτοντας σε κίνδυνο την κοινωνική συνοχή, και αυξάνει τον κίνδυνο απαξίωσης του ανθρώπινου κεφαλαίου.

Η γήρανση του πληθυσμού, σε συνδυασμό με τη μετανάστευση εξειδικευμένου εργατικού δυναμικού κατά τη διάρκεια της κρίσης, εκτιμάται ότι θα οδηγήσει σε μείωση του πληθυσμού και κατ’ επέκταση σε χαμηλότερους ρυθμούς δυνητικής ανάπτυξης. Η δημογραφική κρίση αυξάνει τους κινδύνους για τη μακροχρόνια βιωσιμότητα του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης και των δημόσιων οικονομικών.

Ο αργός ψηφιακός μετασχηματισμός της οικονομίας. Με βάση το Δείκτη Ψηφιακής Οικονομίας και Κοινωνίας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η Ελλάδα για το 2018 κατατάσσεται προτελευταία μεταξύ των 28 χωρών της Ε.Ε., γεγονός που υποδηλώνει υψηλό κίνδυνο τεχνολογικής υστέρησης και ψηφιακού αναλφαβητισμού.

LEAVE A REPLY